ομοφρόνως


ομοφρόνως
(ΑΜ ὁμοφρόνως)
βλ. ομόφρων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὁμοφρόνως — ὁμόφρων agreeing adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ομόφρων — ον (ΑΜ ομόφρων, ον) αυτός που έχει ή που εκφράζει τα ίδια φρονήματα, τις ίδιες αντιλήψεις («ὁμόφρονας λόγους», Αριστοφ.) νεοελλ. ως ουσ. ο, η ομόφρων α) ομοϊδεάτης, οπαδός τής ίδιας μερίδας ή τού ίδιου κόμματος β) εντομολ. το αρσ. ως ουσ. ο… …   Dictionary of Greek

  • ομόνους — ὁμόνους, ουν και οος, οον (Α) αυτός που έχει την ίδια γνώμη με κάποιον άλλο, σύμφωνος. επίρρ... ὁμονόως (Α) σύμφωνα με κάτι, συμφώνως, ομοψύχως, ομοφρόνως. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο) * + νοῦς, νοός] …   Dictionary of Greek

  • ВИЗАНТИЙ — [Визант; греч. Βυζάντιος, Βύζας], визант. гимнограф. Этим именем надписаны в Минеях ряд самогласных стихир. Как творения В. (Βυζαντίου) в греч. печатных Минеях обозначены самогласны след. служб: индикта (1 сент., на «Господи, воззвах», на «И… …   Православная энциклопедия


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.